Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2026
Θα αναφέρω ορισμένα ιστορικά στοιχεία για την ελιά και την πατρίδα μου, την Κορώνη. Θα ξεκινήσω από την πρώτη μεγάλη καταστροφή του ιερού μας δέντρου από τον Ιμπραήμ, το 1827:
Διαβάστε λοιπόν το Επιτελικό Διάταγμα (απόδοση από τα οθωμανο-αιγυπτιακά αρχεία Abdin) στα ημερολόγια διαταγών του αιγυπτιακού επιτελείου (Evamir-i Askeriyye), όπου καταγράφεται η εξής κατευθυντήρια οδηγία προς τους επικεφαλής των ταγμάτων πεζικού και ιππικού: «Να συγκροτηθούν κινητές φάλαγγες κρούσης (kol kol hareket). Κάθε φάλαγγα θα συνοδεύεται υποχρεωτικά από ειδικό απόσπασμα σκαπανέων και βοηθητικών εργατών, εφοδιασμένων με τσεκούρια (balta), πριόνια (bicki) και εύφλεκτα υλικά. Καθήκον των αποσπασμάτων αυτών δεν είναι η καταδίωξη των ενόπλων στα δύσβατα υψώματα, αλλά η εκ θεμελίων καταστροφή των πόρων επιβίωσης: όλα τα ελαιόδεντρα (zeytin agaclari) που αποτελούν τον πλούτο των ανταρτών κατοίκων να κόβονται στο ύψος δύο ποδών από το έδαφος ή να καίγονται από την κουφάλα με τη χρήση θειαφιού και πίσσας, ώστε να μην μπορούν να ξαναβλαστήσουν. Τα σπίτια, τα πατητήρια, τα ελαιοτριβεία και οι μύλοι στα χωριά να παραδίδονται στις φλόγες, ώστε οι στασιαστές να βρεθούν τον χειμώνα αντιμέτωποι με τον λιμό και να παραδοθούν άνευ όρων».
Για την εκτέλεση της διαταγής, ο στρατός του Ιμπραήμ χωρίστηκε σε τρεις ανεξάρτητες πτέρυγες υπό την ηγεσία του Κεχαγιάμπεη (υπαρχηγού του) και έμπειρων μπέηδων των τακτικών συνταγμάτων (Nizam-i Cedid).
Η Φάλαγγα της Ανατολικής Χερσονήσου (Καστέλλια – Χωματερό – Γρίζί)
Στα αρχεία καταγράφεται η συγκεκριμένη διαδρομή καταστροφής
Καστέλλια και Χαρακοπιό:
Η περιοχή αυτή αποτελούσε τον πυρήνα της ελαιοπαραγωγής της Κορώνης. Στα στρατιωτικά ημερολόγια σημειώνεται ότι το απόσπασμα παρέμεινε επί τέσσερις ημέρες στην κοιλάδα των Καστελλίων. Οι στρατιώτες είχαν χωριστεί σε ομάδες των δέκα: πέντε έκοβαν με βαριά τσεκούρια και πέντε έβαζαν φωτιά στα ξερά κλαδιά στη βάση των κορμών. Όλα τα ελαιοτριβεία και οι αποθήκες λαδιού καταστράφηκαν, ενώ οι μυλόπετρες των νερόμυλων στα γύρω ρέματα έσπασαν με βαριοπούλες για να καταστεί αδύνατο το άλεσμα.
Χωματερό και γύρω οικισμοί:
Οι καλλιέργειες σιτηρών που είχαν αποθηκευτεί σε υπόγειες κρύπτες (μαγαζιά) εντοπίστηκαν με λόγχες, ανασκάφηκαν και κάηκαν. Οι αιγυπτιακές αναφορές καταγράφουν ότι «ο καπνός από τα καμένα λιόδεντρα σκέπαζε τον ορίζοντα μέχρι τα απέναντι παράλια της Μάνης».
Γρίζι (Ακριτοχώρι) και Γριζόκαμπος:
Το Γρίζι, ευρισκόμενο στο στρατηγικό πέρασμα μεταξύ των δύο κάστρων, δέχτηκε την επιδρομή της νότιας φάλαγγας που κινούταν από τη Μεθώνη προς την Κορώνη. Οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει τα πετρόκτιστα σπίτια τους και παρακολουθούσαν από τις ψηλές κορυφογραμμές. Στα ημερολόγια αναφέρεται ότι τα αιωνόβια ελαιόδεντρα στις πλαγιές του Γριζίου και προς τον Γριζόκαμπο κόπηκαν συστηματικά. Τα κοπάδια που δεν είχαν προλάβει να μεταφερθούν ψηλά σφαγιάστηκαν επί τόπου για τον επισιτισμό του στρατοπέδου της Μεθώνης, ενώ τα πηγάδια μπαζώθηκαν ή μολύνθηκαν με κουφάρια ζώων.
Πάμε τώρα να δούμε το ελαιόλαδο που έβγαζε η αγαπημένη πατρίδα η Κορώνη, εκατοντάδες χρόνια πριν τον Ιμπραημ:
Στα θεμελιώδη έργα του Voyage en Moree, a Constantinople, (Παρίσι, 1805) και Voyage de la Grece (Παρίσι, 1820), ο Πουκεβίλ αφιερώνει εκτενέστατα κεφάλαια στην Κορώνη και τη Μεθώνη. Ειδικά για το εμπόριο του ελαιολάδου και τη σύνδεση με τη Μασσαλία.
Στο Voyage en Moree (Τόμος Ι, Κεφάλαιο IX), ο Πουκεβίλ αναλύει, με ματιά οικονομολόγου, τη δομή του μεσσηνιακού εμπορίου: «Ο πλούτος της Κορώνης είναι το ελαιόλαδο. Ολόκληρη η πλαγιά που υψώνεται πίσω από την πόλη, καθώς και τα γύρω χωριά μέχρι τους λόφους του Γριζίου και της Μεθώνης, δεν είναι παρά ένα απέραντο, πυκνότατο δάσος ελαιοδέντρων. Η ποικιλία της ελιάς που καλλιεργείται εδώ δίνει έναν καρπό μικρό αλλά εξαιρετικά πλούσιο σε έλαιο. Η συγκομιδή αρχίζει τον Νοέμβριο και διαρκεί μέχρι τον Φεβρουάριο. Σύμφωνα με τα κατάστιχα του γαλλικού προξενείου, η ετήσια παραγωγή της περιοχής της Κορώνης κυμαίνεται από τριάντα έως σαράντα χιλιάδες βαρέλια ελαιολάδου (κάθε βαρέλι ισοδυναμεί με περίπου σαράντα οκάδες). Από αυτά, τα δύο τρίτα εξάγονται απευθείας στη Μασσαλία. Το ελαιόλαδο της Κορώνης έχει ένα μοναδικό πλεονέκτημα για τις σαπωνοποιίες μας - έχει χαμηλή οξύτητα και δεν περιέχει τις γλοιώδεις ουσίες που απαντώνται στα λάδια της Ανατολής. Για τον λόγο αυτό, οι έμποροι της Μασσαλίας πληρώνουν πάντοτε δύο έως τρία γαλλικά φράγκα παραπάνω ανά βαρέλι για το λάδι της Κορώνης σε σύγκριση με εκείνο της Μυτιλήνης ή της Κρήτης».
Ο Οθωμανός αξιωματούχος Evliya Celebi, στο Seyahatname (Βιβλίο των Ταξιδιών), καταγράφει τα κάστρα λίγο πριν από την ενετική ανακατάληψη του Μοροζίνι. Γράφει για την Κορώνη και τις ελιές: «Έξω από το κάστρο, απλωμένο στις πλαγιές προς τα δυτικά, βρίσκεται το μεγάλο προάστιο, το βαρώσι. Εκεί κατοικούν περισσότερες από χίλιες οικογένειες απίστων Ρωμιών (Ελλήνων), καθώς και λίγοι Εβραίοι και Φράγκοι έμποροι. Έχουν δικές τους εκκλησίες, εργαστήρια και ταβέρνες. Τα σπίτια τους είναι περιτριγυρισμένα από κήπους με πορτοκαλιές, λεμονιές και συκιές. Οι κάτοικοι είναι επιδέξιοι έμποροι και ναυτικοί. Το μεγαλύτερο εισόδημα του τόπου προέρχεται από το λάδι. Οι ελαιώνες της Κορώνης είναι αμέτρητοι σαν τα άστρα του ουρανού. Κάθε χρόνο οι άπιστοι πιέζουν τις ελιές σε ξύλινα πιεστήρια και γεμίζουν χιλιάδες ασκιά και βαρέλια, τα οποία φορτώνονται στα πλοία των Φράγκων που έρχονται από τη Φραγκιά».
Πάμε και πολύ νωρίτερα. Ο Άγγλος έμπορος Bernard Randolph έζησε εκ του σύνεγγυς τα γεγονότα της ενετικής ανακατάληψης της Κορώνης υπό τον Φραντσέσκο Μοροζίνι. Στο έργο του The Present State of the Morea (Οξφόρδη, 1686 / Λονδίνο, 1689), αναλύει την παραγωγή ελαιολάδου στην Κορώνη το 1688: «Η περιοχή γύρω από την Κορώνη είναι η πλουσιότερη σε ελαιόλαδο σε ολόκληρο τον Μοριά. Το λάδι της Κορώνης δεν μοιάζει με το βαρύ και θολό λάδι της Αττικής ή της Κρήτης. Είναι λεπτό, διαυγές, με γλυκιά γεύση και εξαιρετικό άρωμα, γι’ αυτό και οι Γάλλοι έμποροι από τη Μασσαλία το προτιμούν από κάθε άλλο για την παρασκευή των λεπτών σαπουνιών τους. Κάθε χρόνο φτάνουν εδώ είκοσι με τριάντα πλοία υπό γαλλική, αγγλική ή φλαμανδική σημαία αποκλειστικά για να φορτώσουν λάδι».
Ο Ολλανδός γιατρός και γεωγράφος Olfert Dapper, στο μνημειώδες έργο του Description exacte de l’Idee et de la Moree (Άμστερνταμ, 1688), συγκέντρωσε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες των βενετικών και ολλανδικών ναυτικών αρχείων, προσφέροντας μια εξαιρετική καταγραφή των οχυρώσεων και της παραγωγής: «Το έδαφος της Κορώνης είναι εξαιρετικά εύφορο. Παράγει άφθονο ελαιόλαδο, εξαιρετικό κρασί, σύκα, μετάξι και μέλι. Το ελαιόλαδο της Κορώνης θεωρείται το καλύτερο σε ολόκληρη την Ελλάδα, έχοντας μοναδική διαύγεια και απαλή γεύση. Τα πλοία από τη Μασσαλία, τη Βενετία και την Αγγλία ρίχνουν άγκυρα στα ανοιχτά του όρμου, παραλαμβάνοντας το λάδι σε ειδικά ξύλινα βαρέλια. Ωστόσο, η έλλειψη κλειστού λιμένα καθιστά τη φόρτωση δύσκολη κατά τη διάρκεια των φθινοπωρινών καταιγίδων».
Και πάμε στην αναλυτική περιγραφή του Πουκεβίλ: «Η Κορώνη είναι αναμφισβήτητα η σπουδαιότερη εμπορική σκάλα ολόκληρης της νότιας Πελοποννήσου. Και ο μοναδικός, ο απόλυτος κινητήρας αυτού του πλούτου είναι η ελιά. Όταν αντικρίζει κανείς την περιοχή από τα υψώματα, δεν βλέπει παρά μια απέραντη, αδιάκοπη θάλασσα από ασημοπράσινα φυλλώματα. Τα ελαιόδεντρα της Κορώνης δεν μοιάζουν με τα καχεκτικά δέντρα της Προβηγκίας. Είναι δέντρα γιγάντια, με κορμούς κουφαλιασμένους από τους αιώνες, των οποίων τα κλαδιά λυγίζουν κάθε φθινόπωρο κάτω από το βάρος ενός καρπού εξαιρετικής ποιότητας. Η ποικιλία που καλλιεργείται εδώ (η οποία φέρει το όνομα της πόλης) δίνει μια μικρή, μακρόστενη ελιά, με εξαιρετικά λεπτή φλούδα και πυρήνα μικρό, της οποίας η σάρκα είναι σχεδόν καθαρό έλαιο. Σε μια χρονιά μέσης εσοδείας, η επαρχία της Κορώνης –περιλαμβανομένων των χωριών της ενδοχώρας μέχρι τα όρια της Μεθώνης και του Ναυαρίνου– παράγει από τριάντα έως σαράντα χιλιάδες βαρέλια ελαιολάδου. Το βαρέλι της Κορώνης υπολογίζεται στις σαράντα οκάδες (περίπου 51 έως 52 γαλλικά κιλά). Σε χρονιές εξαιρετικής ευφορίας, η παραγωγή έχει υπερβεί ακόμη και τις πενήντα χιλιάδες βαρέλια.
Η εξαγωγή του λαδιού γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από τα λιμάνια της Δύσης. Τα δύο τρίτα αυτής της τεράστιας ποσότητας κατευθύνονται στη Μασσαλία, ενώ το υπόλοιπο μοιράζεται ανάμεσα στη Γένοβα, το Λιβόρνο, την Τεργέστη και τα νησιά του Ιονίου (Ζάκυνθο και Κέρκυρα). Γιατί όμως οι έμποροι της Μασσαλίας δείχνουν τόσο απόλυτη προτίμηση στο λάδι της Κορώνης; Η απάντηση βρίσκεται στη χημική του σύσταση. Το κορωνέ6ικο λάδι έχει μια μοναδική ιδιότητα: είναι εξαιρετικά διαυγές, έχει ελάχιστη οξύτητα και στερείται παντελώς εκείνων των βλεννωδών και γλοιωδών ουσιών που χαρακτηρίζουν τα λάδια της Ανατολής και της Κρήτης. Για τις μεγάλες σαπωνοποιίες της Μασσαλίας, το λάδι αυτό είναι αναντικατάστατο. Επιτρέπει την κατασκευή του περίφημου λευκού σκληρού σαπουνιού (savon blanc de Marseille), το οποίο δεν κιτρινίζει και διατηρεί το άρωμά του. Για τον λόγο αυτό, στα εμπορικά δελτία της Μασσαλίας, το "Huile de Coron" καταγράφεται πάντοτε σε ξεχωριστή κατηγορία, επιτυγχάνοντας τιμή κατά δύο έως τρία γαλλικά φράγκα ανά εκατόλιτρο υψηλότερη από κάθε άλλο μεσογειακό έλαιο.
Ο πλούτος της Κορώνης είναι το ελαιόλαδο. Ολόκληρη η πλαγιά που υψώνεται πίσω από την πόλη, καθώς και τα γύρω χωριά μέχρι τους λόφους του Γριζίου και της Μεθώνης, δεν είναι παρά ένα απέραντο, πυκνότατο δάσος ελαιοδέντρων. Η ποικιλία της ελιάς που καλλιεργείται εδώ δίνει έναν καρπό μικρό αλλά εξαιρετικά πλούσιο σε έλαιο. Η συγκομιδή αρχίζει τον Νοέμβριο και διαρκεί μέχρι τον Φεβρουάριο».
Θα κλείσω με μια ακόμη αναφορά του φυσιοδίφη Jean-Baptiste Bory de Saint-Vincent, επικεφαλής του τμήματος Φυσικών Επιστημών της Αποστολής, στο Relation du voyage de la commission scientifique de Moree (Παρίσι, 1836–1838), που, αφού περιγράφει τις καταστροφές των καλλιεργειών αλλά και τη φυσική αναγέννηση της περιοχής, τονίζει: «Η νέα Ελλάδα που γεννιέται μέσα από τις στάχτες της Μεσσηνίας δεν θα ζήσει πίσω από κλειστά κάστρα και επάλξεις. Δεν χρειάζεται πια τους μισθοφόρους της Βενετίας ούτε τους γενίτσαρους του Σουλτάνου. Η δύναμή της βρίσκεται στα χέρια των ελεύθερων καλλιεργητών που ξαναφυτεύουν τις ελιές τους, στα πανιά των ναυτικών της που οργώνουν ξανά το Αιγαίο και το Ιόνιο, και στα σχολεία που ανοίγουν μέσα στα ερείπια. Τα "Μάτια της Βενετίας" τυφλώθηκαν για πάντα ως φρούρια της τυραννίας, για να ξανανοίξουν ως φάροι της ελευθερίας ενός αναστημένου έθνους.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες από την απομάκρυνση των Τούρκων, οι Έλληνες άρχισαν να επιστρέφουν στα καμένα τους χωράφια. Με πρωτόγονα ξύλινα άροτρα, συχνά ζεύοντας τις ίδιες τους τις γυναίκες ή τα παιδιά τους ελλείψει ζώων, άρχισαν να οργώνουν τη γη και να καθαρίζουν τις ρίζες των καμένων ελιών για να εμβολιάσουν νέα βλαστάρια. Αυτός ο λαός δεν μπορεί να πεθάνει. Έχει ριζώσει σε αυτή την πέτρα όπως οι αρχαίες του ελιές».